Μελέτη της αξίας του γενικευμένου προεγχειρητικού ελέγχου
των ασθενών για την διαπίστωση φορέων των ιών HBV, HCV και HIV:
Σύγκριση ορολογικών και μη-ορολογικών μεθόδων

Κ. ΜΑΚΡΗΣ, Μ. ΚΟΥΤΡΗΣ, Δ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Θ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ, Γ. ΔΕΔΕΣ,
Γ. ΓΕΡΑΡΗΣ, Φ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Γ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ, Β. ΚΟΥΒΕΛΗΣ


Από το Γ! Ορθοπεδικό τμήμα,Δ/ντης Δ.Αρβανίτης.Από το Γναθοπροσωπικό τμήμα Δ/ντης Ν.Ζαχαριάδης,Από τον σταθμό αιμοδοσίας του Νοσοκομείου ΚΑΤ.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ|ΕΙΣΑΓΩΓΗ|ΥΛΙΚΟ και ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ|ΣΥΖΗΤΗΣΗ{ABSTRACT

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Σκοπός της μελέτης αυτής είναι
α) η ανίχνευση της συχνότητας των φορέων των ιών HBV, HCV, HIV, καθώς όσων βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο μετάδοσης αιματογενών μολύνσεων, μεταξύ των ασθενών που εισάγονται στο Νοσοκομείο ΚΑΤ,
β) ο έλεγχος της συχνότητας τυχαίας επαφής με βιολογικά υγρά των ασθενών και του πιθανού κινδύνου μολύνσεων του Ιατρικού και Νοσηλευτικού προσωπικού
γ) η διατύπωση προτάσεων για την προφύλαξη του προσωπικού του Νοσοκομείου (Ιατρών και Νοσηλευτών) από τυχαία μόλυνση μετά από επαφή με βιολογικά υγρά αγνώστων φορέων των ιών.
Για το σκοπό αυτό ελέχθησαν 270 ασθενείς οι οποίοι είχαν εισαχθεί στην διάρκεια τριών μηνών στο Νοσοκομείο ΚΑΤ για διάφορες αιτίες. Οι ασθενείς κατά την εισαγωγή τους συμπλήρωναν ένα ειδικό ερωτηματολόγιο. Ακολούθως έγινε έλεγχος των ορολογικών δεικτών Anti-HCV, HBsAg, Anti-HBc, και Anti-HIV1,2.
Στην συνέχεια γινόταν έλεγχος τυχαίας επαφής με βιολογικά υγρά των ασθενών, των Ιατρών και του Νοσηλευτικού προσωπικού.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι
α) κανείς από τους ασθενείς δεν βρέθηκε θετικός στον έλεγχο για HIV (0.00%),
β)13 ασθενείς βρέθηκαν θετικοί στον έλεγχο HBsAg (4.82%),
γ) 18 ασθενείς βρέθηκαν θετικοί στον έλεγχο αντισωμάτων έναντι του ιού HCV (6.76%) και τέλος
δ) 124 ασθενείς βρέθηκαν θετικοί στον έλεγχο του Anti-HBc (45.93%),
ε) τυχαία επαφή του Ιατρικού και Νοσηλευτικού προσωπικού με βιολογικά υγρά, ως επί το πλείστον αίμα, των ασθενών χωρίς άμεσο τραυματισμό με αιχμηρό όργανο παρατηρήθηκε από ποσοστό 40.74%, ενώ άμεσος τραυματισμός παρατηρήθηκε σε ποσοστό 15.19%. συμπεραίνουμε ότι δεν κρίθηκε σκόπιμος ο προεγχειρητικός έλεγχος όλων των ασθενών ως μέτρο αύξησης της επαγρύπνησης του προσωπικού για την αποφυγή μολύνσεων και ανταυτού προτείνεται η χρήση ενός ερωτηματολογίου για την αποκάλυψη όλων αυτών των ασθενών οι οποίοι παρουσιάζουν τέτοιο κίνδυνο.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Οι λοιμώξεις από τους ιούς της ηπατίτιδας-Β (HBV), της ηπατίτιδας-C (ΗCV) και του ανθρώπινου ιού της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας (HIV) είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες προβληματισμού της δημόσιας υγείας.
Και οι τρεις προαναφερθέντες ιοί έχουν κοινούς τρόπους μετάδοσης και εμφανίζονται με αυξημένη συχνότητα ανάμεσα σε μέλη συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων. Παρά το γεγονός ότι σε πολλές χώρες του εξωτερικού έχουν γίνει αρκετές έρευνες στην προσπάθεια να μετρηθεί η συχνότητα των φορέων του ως άνω ιών σε πληθυσμούς ασθενών οι οποίοι περιθάλπτονται σε μεγάλα Νοσηλευτικά Ιδρύματα (Kelen et al. 1988, 1989 & 1992, Hammond et al. 1990, Hughes et al 1992, Jansset et al 1992), στην Ελλάδα από όσον γνωρίζουμε δεν έχουν γίνει παρόμοιες μελέτες και ειδικότερα στο ΚΑΤ, το οποίο είναι ένα Νοσοκομείο που εφημερεύει επί 24ώρου βάσεως και στο οποίο η προσέλευση των ασθενών είναι μεγάλη και περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό τραυματιών, οι οποίοι προέρχονται από όλες τις κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού.
Επίσης επειδή είναι γνωστό ότι η παρεκεντρική μετάδοση και των τριών αυτών ιών είναι από τους πιο σημαντικούς τρόπους μετάδοσης τους, η έκθεση σε μολυσμένο αίμα αποτελεί ένα σημαντικότατο επαγγελματικό παράγοντα για τους εργαζόμενους στο χώρο παροχής υπηρεσιών υγείας.
Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να υπάρχει αυξημένη ανησυχία ανάμεσα στο Ιατρικό, Νοσηλευτικό και Παραϊατρικό προσωπικό των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων και κύρια στους χειρουργούς αλλά και στο υπόλοιπο προσωπικό των χειρουργικών αιθουσών, για τον κίνδυνο της έκθεσης τους κατά την διάρκεια της εργασίας τους σε μολυσμένο αίμα ή / και βιολογικά υγρά, από τους ιούς της ηπατίτιδας και του AIDS. Το γεγονός ότι η ηπατίτιδα Β είναι δυνατόν να προληφθεί με εμβολιασμό έχει επικεντρώσει τις ανησυχίες του ιατρικού κόσμου στον κίνδυνο μόλυνσης από τον HIV και πρόσφατα από τον HCV.
Πολλές φορές κατά το παρελθόν έχει προταθεί ο προεγχειρητικός έλεγχος όλων των ασθενών οι οποίοι πρόκειται να υποστούν χειρουργική επέμβαση, για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του ιού HIV-1, σαν ένα μέτρο το οποίο θα αύξανε την επαγρύπνηση του προσωπικού και θα μείωνε την πιθανότητα του κινδύνου εργατικού ατυχήματος.
Η σκοπιμότητα ενός τέτοιου ελέγχου όμως έχει αμφισβητηθεί γιατί μια πιθανή επικέντρωση του ελέγχου σε μια και μόνο εξέταση όπως του Anti-HIV1, είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν πρόκειται να αποκαλύψει τους ασθενείς εκείνους οι οποίοι είναι μολυσμένοι με άλλες ασθένειες μεταδιδόμενες μέσω του αίματος όπως η ηπατίτιδα-Β και η ηπατίτιδα-C. Σε μια πρόσφατη μελέτη η οποία διεξήχθη στις ΗΠΑ (Kelen et al. 1992) όπου σε σχέση με την Ελλάδα ο επιπολασμός του HIV είναι μεγαλύτερος ενώ αντιστρόφως ο επιπολασμός του ιού της ηπατίτιδας Β μικρότερος, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι μια αποκλειστική επικέντρωση του
εργαστηριακού ελέγχου στην ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του HIV δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν δείκτης για να αποκαλύψει αυτούς τους ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν κίνδυνο μετάδοσης ηπατίτιδας στους Ιατρούς.
Τα παραπάνω γεγονότα μας οδήγησαν στην πραγματοποίηση αυτής της μελέτης με σκοπό να διαπιστώσουμε:
α) την συχνότητα ανίχνευσης των φορέων ιών HBV, HCV, HIV καθώς και όσων έχουν υψηλό κίνδυνο μετάδοσης αιματογενών μολύνσεων, ανάμεσα στους εισαγόμενους ασθενείς στο Νοσοκομείο ΚΑΤ,
β) την συχνότητα επαφής με βιολογικά υγρά των ασθενών και του πιθανού κινδύνου μόλυνσης του Ιατρικού και Νοσηλευτικού προσωπικού, γ) τον συντομότερο, αποτελεσματικότερο και οικονομικότερο τρόπο προεγχειρητικού ελέγχου των ασθενών οι οποίοι εισάγονται στο Νοσοκομείο και τέλος
δ) την πιθανότητα διατύπωσης προτάσεων για την προφύλαξη του προσωπικού του Νοσοκομείου από τυχαία μόλυνση μετά από επαφή με βιολογικά υγρά αγνώστων φορέων και ιών.

ΥΛΙΚΟ και ΜΕΘΟΔΟΣ:

Υλικό της έρευνας μας αποτέλεσαν 270 ασθενείς οι οποίοι εισήχθησαν στο Νοσοκομείο ΚΑΤ στο χρονικό διάστημα από 1-10-92 έως και 31-12-92, στο Γ Ορθ/κό τμήμα (170) και στο Γναθο/κό τμήμα (100), για διάφορες αιτίες. Ως ομάδα ελέγχου χρησιμοποιήθηκαν 1200 εθελοντές αιμοδότες οι οποίοι προσήλθαν στο σταθμό αιμοδοσίας του Νοσοκομείου μας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Στους Πίνακες 1 και 2 παρουσιάζεται η κατανομή ανάλογα με το φύλο και την ηλικία.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Αναλογία ανδρών/γυναικών στο υπό εξέταση δείγμα μας

Φύλο Ορθοπ Γναθο Σύνολο Αιμοδότες
άνδρες 71(41,76) 74(74,00) 145(53,70) 992(82,67)
γυναίκες99(58,25) 26(26,00) 125(46,30) 208(17,33)
σύνολο 170 100 270 1200
ΠΙΝΑΚΑΣ 2
Μέση ηλικία ανδρών/γυναικών στο υπό εξέταση δείγμα μας
Φύλο Ορθοπ Γναθο Σύνολο Αιμοδότες
άνδρες 48 34 41 34
γυναίκες 64 45 55 36
σύνολο 56 40 48 35
Οι ασθενείς κατά την εισαγωγή τους συμπλήρωναν ένα ειδικό ερωτηματολόγιο, στο οποίο απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικές με δημογραφικά στοιχεία, καθώς και σε ερωτήσεις σχετικές με πιθανό κίνδυνο έκθεσης τους στους ιούς της ηπατίτιδας Β και C και στους ιούς HIV1 & 2. Σε παρόμοιο ερωτηματολόγιο απαντούν υποχρεωτικά και όλοι οι υποψήφιοι εθελοντές αιμοδότες.
Η συμμετοχή των ασθενών στην έρευνα μας ήταν εθελοντική και ανώνυμη. Η συγκατάθεση του ασθενούς ήταν απαραίτητη για την συμμετοχή του στην μελέτη μας η οποία ήταν και το μοναδικό κριτήριο για την συμμετοχή του σε αυτήν.
Στην συνέχεια ένα κωδικοποιημένο δείγμα αίματος αποστέλλετο στην Αιμοδοσία για ορολογικό έλεγχο των δεικτών Anti-HBc, HBsAg, Anti-HBc, & Anti-HIV1,2. Οι ίδιοι εργαστηριακοί έλεγχοι έγιναν και στους εθελοντές αιμοδότες (με την τεχνική της ELISA).
Για τον έλεγχο του Anti- HCV χρησιμοποιήθηκαν τα εμπορικά διαθέσιμα αντιδραστήρια της εταιρίας Ortho-Chiron (2nd Gen), για τον έλεγχο του Anti-HIV1,2 τα αντιδραστικά της εταιρείας Sanofi-Pasteur (αντιδραστικά ταυτόχρονου ελέγχου αντισωμάτων έναντι και των δύο ιών), και τέλος για τον έλεγχο των HBsAg & Anti-HBc χρησιμοποιήθηκαν τα αντιδραστικά της εταιρείας Organon Tecnika.
Η επιβεβαίωση των επαναλαμβανόμενων οροθετικών δειγμάτων στον έλεγχο του Anti-HCV έγινε με την τεχνική RIBA και με τα εμπορικά διαθέσιμα αντιδραστήρια της εταιρείας Ortho-Chiron (2nd Gen). Τα κριτήρια οροθετικότητας ήταν αυτά που περιγράφονται από κατασκευαστή της κάθε διαγνωστικής δοκιμασίας.
Στην συνέχεια μετρήθηκε η συχνότητα τυχαίας επαφής με βιολογικά υγρά των ασθενών, των Ιατρών και του Νοσηλευτικού προσωπικού, η επάρκεια προστατευτικών μέσων από το Νοσοκομείο, καθώς και η επαρκής χρήση αυτών από το προσωπικό κατά την ώρα άσκησης των καθηκόντων τους.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ:

α) Αποτελέσματα εργαστηριακού ελέγχου
Τα αποτελέσματα του εργαστηριακού ελέγχου για τους ορολογικούς δείκτες Anti- HCV, HBsAg, Anti-HBc & Anti-HIV1,2 φαίνονται στον Πίνακα 3 και έχουν ως εξής:
α)κανείς από τους ασθενείς δεν βρέθηκε θετικός στον έλεγχο για HIV (0.00%),
β) 13 ασθενείς βρέθηκαν θετικοί στον έλεγχο του HBsAg (4.82%),
γ) 18 ασθενείς βρέθηκαν θετικοί στον έλεγχο αντισωμάτων έναντι του ιού HCV (6.67%), και δ) 124 ασθενείς βρέθηκαν θετικοί στον έλεγχο αντισωμάτων του Anti-HBc (45.93%).
Η σύγκριση της συχνότητας των ορολογικών δεικτών μεταξύ των ελεγχέντων ασθενών (270) και 1200 εθελοντών αιμοδοτών δείχνει ότι η συχνότητα τους είναι σημαντικά μεγαλύτερη στο δείγμα των ασθενών από ότι στο δείγμα των αιμοδοτών.

ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Συχνότητα εμφάνισης των ορολογικών δεικτών HBV, HCV, HIV (%)
Anti-HCV HBsAg Anti-HBc Anti-HIV
Ορθοπ. 8,24 4,12 48,24 0,00
Γναθοπ. 4,00 6,00 42,00 0,00
Σύνολο 6,67 4,82 45,93 0,00
Αιμοδότες 0,671,50 21,67 0,00
β) Μέτρηση του υψηλού κινδύνου με βάση το ερωτηματολόγιο
Τα αποτελέσματα των απαντήσεων που έδωσαν οι ασθενείς στις κυριότερες ερωτήσεις του ερωτηματολογίου φαίνονται στον Πίνακα 4.
ΠΙΝΑΚΑΣ 4
Μέτρηση του υψηλού κινδύνου με βάση το ερωτηματολόγιο
Υψηλός κίνδυνος Γναθο Ορθοπ Σύνολο
Μεταγγίσεις23,00 33,53 28,27
Επεμβάσεις 64,00 56,47 60,24
IVDA13,00 11,76 12,38
Σεξ. Συμπεριφορά 32,0012,90 22,45
Δεν απάντησαν15,00 57,60 36,30
Άλλος κίνδυνος19,00 23,53 21,27
γ) σύγκριση ερωτηματολογίου - εργαστηριακής εξέτασης
Στην προσπάθεια εξεύρεσης ενός εύκολου, γρήγορου, αξιόπιστου αλλά και οικονομικού τρόπου προεγχειρητικού ελέγχου των ασθενών επιχειρήθηκε σύγκριση των δύο παραπάνω ελέγχων των ασθενών του εργαστηριακού (ορολογικός έλεγχος) και του ερωτηματολογίου (μη ορολογικός).
Στον Πίνακα 5 φαίνεται ότι ο ορολογικός έλεγχος δίνει 131 ασθενείς από τους 270 (48,52%), να βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο μετάδοσης κάποιας μόλυνσης μεταδιδόμενης μέσω αίματος, ενώ το ερωτηματολόγιο ανεβάζει αυτό τον κίνδυνο στο 61,11% αφού 165 ασθενείς από τους 270 εκτιμήθηκαν από τις απαντήσεις τους ότι παρουσιάζουν τέτοιο κίνδυνο.
ΠΙΝΑΚΑΣ 5
Μέτρηση υψηλού κινδύνου με βάση το ερωτηματολόγιο και τον εργαστηριακό έλεγχο

Δείκτης ελέγχου Θετικοί (%)
Εργαστηριακός-Ορολογικός 131 48,52
Ερωτηματολογίου-Μη ορολογικός 165 61,11
Στον Πίνακα 6 επιχειρείται σύγκριση αυτών των δύο ελέγχων με σκοπό να διαπιστωθεί πόσο αποτελεσματικός ήταν ο μη ορολογικός έλεγχος στην αποκάλυψη αυτών που ανιχνεύεται οροθετικοί σε έναν τουλάχιστον από τους παραπάνω εργαστηριακούς δείκτες.
ΠΙΝΑΚΑΣ 6
Σύγκριση εργαστηριακού ελέγχου - ερωτηματολογίου

Ερωτηματολόγιο Ν Εργασ. Έλεγχος Ν (%)
Θετικοί 165 Θετικοί 120 72,73
Αρνητικοί 45 27,27
Αρνητικοί 105 Θετικοί 11 10,48
Αρνητικοί 94 89,52
Τα παραπάνω αποτελέσματα δείχνουν ότι το ερωτηματολόγιο σαν μια αυτόνομη μέθοδος ελέγχου δείχνει να έχει ευαισθησία 92% και ειδικότητα 68%. Η προγνωστική αξία του ερωτηματολογίου για την ανίχνευση ενός πραγματικά οροθετικού ατόμου σε κάποιον από τους ορολογικούς δείκτες είναι 73% ενώ ενός αρνητικού 90%.
δ) Μέτρηση της συχνότητας των εργατικών ατυχημάτων κατά την διάρκεια των χειρουργικών επεμβάσεων
Μετρήσαμε την συχνότητα εργατικού ατυχήματος (επαφή με βιολογικά υγρά του ασθενούς και/ή τρυπήματος με αιχμηρό αντικείμενο) κατά την διάρκεια των χειρουργικών επεμβάσεων. Αυτά ταξινομήθηκαν αναλόγως του είδους του ατυχήματος καθώς και αναλόγως του είδους της χειρουργικής επέμβασης. Τα αποτελέσματα φαίνονται στον Πίνακα 7.
ΠΙΝΑΚΑΣ 7
Συχνότητα εργατικού ατυχήματος κατά την διάρκεια μιας χειρουργικής επέμβασης και αναλόγως του είδους αυτής.
Γναθο Ορθοπ Σύνολο
Επαφή 41(41,00) 69(40,59) 110(40,47)
Τρύπημα 15(15,00) 26(15,29) 41(15,19)
150 170 270
Τυχαία επαφή του Ιατρικού και Νοσηλευτικού προσωπικού με βιολογικά υγρά, ως επί το πλείστον αίμα, των ασθενών χωρίς άμεσο τραυματισμό με αιχμηρό όργανο παρατηρήθηκε από ποσοστό 40,74% ενώ άμεσος τραυματισμός παρατηρήθηκε σε ποσοστό 15,19%. Δεν παρατηρείται σημαντική διαφορά στα ατυχήματα μεταξύ ορθοπεδικών και γναθοχειρουργικών επεμβάσεων.
ε) Λήψη προστατευτικών μέτρων και επάρκεια προστατευτικών μέσων
Στην έρευνά μας ελέγχθηκε και η λήψη προστατευτικών μέτρων από τους Ιατρούς και το Νοσηλευτικό προσωπικό για την αποφυγή μολύνσεων κατά την ώρα εξάσκησης της εργασίας τους, όπως και η εξασφάλιση από την διοίκηση του Νοσοκομείου όλων των απαραίτητων μέσων για την προστασία των εργαζομένων. Από την έρευνα αυτή διαπιστώθηκαν τα εξής:
1) σε όλες τις περιπτώσεις χρησιμοποιούνται από τους χειρουργούς διπλά γάντια
2) το νοσηλευτικό προσωπικό χρησιμοποιεί γάντια σε όλες τις περιπτώσεις όπου υπάρχει αυξημένος κίνδυνος επαφής με βιολογικά υγρά του ασθενούς (χειρουργείο, αλλαγές τραυμάτων, αιμοληψίες κτλ.),
3) οι ειδικές ενδυμασίες μιας χρήσεως χρησιμοποιούνται από τους χειρουργούς μόνο στην περίπτωση επεμβάσεων ιδιαίτερα αιματηρών,
4) η χρήση των προστατευτικών γυαλιών δεν έχει καθιερωθεί από τους χειρουργούς παρά το γεγονός ότι αυτά υπάρχουν διαθέσιμα.


ΣΥΖΗΤΗΣΗ:

α) Για τον εργαστηριακό έλεγχο
Το πρώτο που παρατηρεί κανείς από τον εργαστηριακό έλεγχο είναι η μεγάλη διαφορά στο επιπολασμό των ορολογικών δεικτών της ηπατίτιδας B & C ανάμεσα στο υπό έλεγχο δείγμα και στους αιμοδότες. Η διαφορά αυτή μπορεί να εξηγηθεί διότι:
1) στο ελεγχθέν δείγμα παρατηρείται αυξημένο ποσοστό χρηστών ενδοφλεβίων ναρκωτικών ουσιών,
2) μεγαλύτερος μέσος όρος ηλικίας των ασθενών σε σχέση με τους αιμοδότες, 3) μεγάλος αριθμός των ασθενών έχει υποστεί στο παρελθόν χειρουργικές επεμβάσεις και μεταγγίσεις αίματος ή και παραγώγων αυτού. Είναι φανερό ότι άτομα των παραπάνω κατηγοριών απορρίπτονται από την εθελοντική αιμοδοσία.
Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανίχνευση του δείκτη Anti-HBc ο οποίος εκτός της αξίας που έχει για την αξιολόγηση της έκθεσης κάποιου ατόμου στην ηπατίτιδα Β θεωρείται και από πολλούς ερευνητές (Scheeff et al 1988) σαν δείκτης υψηλού κινδύνου αιματογενών μολύνσεων, ο οποίος παραμένει ανιχνεύσιμος σχεδόν καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής ενός ατόμου που έχει έρθει σε επαφή με τον ιό της ηπατίτιδας Β, εν τούτοις μπορεί να μας αποκαλύψει τμήματα του πληθυσμού που είναι πολύ πιθανόν να παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο να έχουν εκτεθεί σε αιματογενείς μολυσματικούς παράγοντες είτε είναι αυτοί γνωστοί είτε άγνωστοι. Αυτός ήταν και ο λόγος που χρησιμοποιήθηκε στην έρευνα μας και μετρήθηκε σαν εργαστηριακός δείκτης υψηλού κινδύνου μετάδοσης αιματογενών μολύνσεων στους χειρουργούς.
Το γεγονός ότι κατά την διάρκεια της μελέτης μας δεν ανιχνεύθηκε κανείς ασθενής ο οποίος να είναι οροθετικός στον έλεγχο για το Anti-HIV, δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται και η πιθανότητα να χειρουργηθεί στο Νοσοκομείο μας ασθενής ο οποίος να είναι φορέας του ιού HIV. Απλά δείχνει ότι σε σύγκριση με άλλες χώρες, ο κίνδυνος για τους χειρουργούς να έλθουν σε επαφή με ασθενή ο οποίος να είναι άγνωστος φορέας του ιού HIV είναι πολύ μικρός.
Αντίθετα παρουσιάζεται πολύ αυξημένος κίνδυνος να έρθει κάποιος χειρουργός σε επαφή με μολυσμένο αίμα από ασθενή ο οποίος να είναι φορέας των ιών της ηπατίτιδας Β και C χωρίς ο ίδιος ο ασθενής να το γνωρίζει.
Τα υπέρ ενός εργαστηριακού ελέγχου είναι ότι μας δείχνει σχεδόν ακριβείς πληροφορίες για την ορολογική κατάσταση ενός ατόμου σε σχέση με την έκθεση του σε μολυσματικούς παράγοντες οι οποίοι μεταδίδονται μέσω αίματος με μόνος περιοριστικούς την ευαισθησία και ειδικότητα της κάθε μιας συγκεκριμένης διαγνωστικής δοκιμασίας.
Επίσης είναι δυνατόν να αποκαλύψει αφανείς μολύνσεις τις οποίες πιθανόν ο ασθενής να μην γνωρίζει, με αποτέλεσμα ο έλεγχος αυτός να αποβεί προς ίδιον όφελος του ασθενούς (έγκαιρη διάγνωση, διαφορετική θεραπευτική αντιμετώπιση). Ακόμη εάν το προσωπικό του χειρουργείου γνωρίζει εκ των προτέρων τους φορείς τότε θα λάβει αυξημένα προστατευτικά μέτρα μόνον σ' αυτούς και όχι σε όλους γενικά τους χειρουργημένους γεγονός που αυξάνει αφ'ενός μεν το κόστος του χειρουργείου αλλά αφ' ετέρου κουράζει τους χειρουργούς, όπως έχει φανεί και από άλλες μελέτες (Hammond et al 1990).
Η εφαρμογή τέτοιων γενικών προστατευτικών μέτρων γρήγορα ξεχνιέται.
Στα κατά μπορούν να γραφούν οι χρονοβόρες διαδικασίες που απαιτούνται για την τέλεση αυτών των εργαστηριακών εξετάσεων (ιδιαίτερα όταν πρόκειται για επείγουσα χειρουργική επέμβαση), το οικονομικό κόστος, η πιθανότητα μη συγκατάθεσης του ιδίου του ασθενούς και τέλος ο πιθανός κίνδυνος ατυχήματος του αιμολήπτη.
Επί πλέον πρέπει να σημειωθεί ότι η πιθανότητα ενός αρνητικού αποτελέσματος δεν εξασφαλίζει την μη μόλυνση του ασθενούς ιδιαίτερα αν αυτός παρουσιάζει συμπεριφορά υψηλού κινδύνου, διότι το παράθυρο οραρνητικότητας σε μερικές μολύνσεις είναι δυνατόν να φτάνει και τους 3 μήνες. Ακόμη πολλές φορές είναι δυνατόν η γνώση ενός θετικού αποτελέσματος να αποβεί αρνητική για τον Ιατρό διότι είναι δυνατόν να τον επιβαρύνει με μεγαλύτερο άγχος το οποίο ευνοεί την πιθανότητα ατυχήματος κατά την διάρκεια του χειρουργείου.
β) Για τον μη ορολογικό έλεγχο-ερωτηματολόγιο
Τα προβλήματα που συναντήσαμε κατά την λήψη απαντήσεων του ερωτηματολογίου εντοπίζονται:
1) στην λήψη αξιόπιστων απαντήσεων στις ερωτήσεις που αφορούν την σεξουαλική συμπεριφορά του ατόμου και
2) στην υποκειμενικότητα της τελικής εκτίμησης των απαντήσεων από τον Ιατρό που παίρνει το ερωτηματολόγιο. Ιδιαίτερα άτομα μεγάλης ηλικίας δεν απαντούσαν στις ερωτήσεις που αφορούσαν την σεξουαλική τους συμπεριφορά, ενώ άτομα μικρής ηλικίας (κυρίως άρρενες) υπερεκτιμούσαν αριθμητικά την σεξουαλική τους δραστηριότητα.
Στα υπέρ του ερωτηματολογίου συγκαταλέγονται: 1) η ταχύτητα με την οποία ο Ιατρός μπορεί να έχει μια πρώτη εκτίμηση για την επικινδυνότητα ενός ατόμου 2) το μηδενικό οικονομικό κόστος 3) η ικανοποιητική ευαισθησία και ειδικότητα που δείχνει να έχει εφαρμογή μιας τέτοιας μεθόδου ελέγχου των ασθενών.
Προτείνεται ότι οι παράγοντες υψηλού κινδύνου που θα πρέπει να εξετάζονται στο ερωτηματολόγιο είναι οι κάτωθι:
α) Σεξουαλική συμπεριφορά υψηλού κινδύνου.
β) χειρουργικές επεμβάσεις κατά το παρελθόν
γ) χρήση ενδοφλεβίων ναρκωτικών ουσιών
δ) μεταγγίσεις κατά το παρελθόν
ε) εγκλεισμός σε ιδρύματα
στ) ιστορικό ηπατίτιδας του ιδίου ή της οικογένειάς του
ζ) εάν γνωρίζει ο ίδιος αν είναι φορέας του HIV
η) συχνές επισκέψεις σε χώρες με υψηλό επιπολασμό της ηπατίτιδας ή του AIDS
θ) καταγωγή από χώρες με υψηλό επιπολασμό της ηπατίτιδας ή του AIDS
ι) επάγγελμα υψηλού κινδύνου
ία) τατουάζ - τρυπήματα αυτιών
β) σεξουαλική σχέση με άτομο που αν ανήκει σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες.
γ) Για την γενικευμένη χρήση των προστατευτικών μέτρων
Σε πολλές (Gerberding et al 1986, CDC 1988, Cordin et al 1990) έχει προταθεί η γενικευμένη χρήση προστατευτικών μέτρων. Η παραπάνω πολιτική βασίζεται στην υπόθεση ότι θα εκλαμβάνονται από το προσωπικό του Νοσοκομείου ως οροθετικοί όλοι ανεξαιρέτως οι ασθενείς και γι' αυτό το λόγο το προσωπικό θα παίρνει πλήρη προστατευτικά μέτρα για όλους τους ασθενείς. Για τον σκοπό αυτό το προσωπικό θα πρέπει να εκπαιδευθεί στην χρήση ειδικών προστατευτικών μεθόδων που προφυλάσσουν από αιματογενείς μολύνσεις. Πολλοί όμως ερευνητές (Hammond et al 1990) αμφιβάλλουν κατά πόσον αυτά τα γενικευμένα προστατευτικά μέτρα είναι πρακτικά και εφαρμόσιμα. Γι' αυτούς τους λόγους προτείνουμε τα παρακάτω μέτρα:
1) Θεωρούμε αναγκαίο τον εμβολιασμό όλου του προσωπικού του Νοσοκομείο για την ηπατίτιδα Β
2) Δεν θεωρούμε σκόπιμο τον προεγχειρητικό εργαστηριακό έλεγχο για κανέναν από τους προαναφερθέντες δείκτες, ως μέτρο προστασίας του προσωπικού του Νοσοκομείου μας.
3) Αντίθετα προτείνουμε αντί οποιουδήποτε προεγχειρητικού ορολογικού ελέγχου των ασθενώ, να δοθεί έμφαση στον μη ορολογικό έλεγχο (ερωτηματολόγιο) αυτών και προτείνουμε την υιοθέτηση των μέτρων που έχουν προτείνει η Hospital Infection Society και η Surgical Infection Study Group της Μ. Βρετανίας και τα οποία έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό British Medical Journal στις 28.11.92. συνοπτικά οι Βρετανοί προτείνουν:
1) σε περιοχές που ο επιπολασμός κάποιας από τις παραπάνω λοιμώξεις είναι υψηλός (ξεπερνάει το 5%) θα πρέπει να λαμβάνονται γενικευμένα προστατευτικά μέτρα είτε πρόκειται για προγραμματισμένο είτε πρόκειται για επείγον χειρουργείο.
2) σε περιοχές που ο τοπικός επιπολασμός κάποιας από τις παραπάνω λοιμώξεις είναι χαμηλός εάν στο ατομικό ιστορικό του ασθενή αναγνωρισθεί υψηλός κίνδυνος για αιματογενείς λοιμώξεις ή ο ασθενής αυτός είναι γνωστός φορέας κάποιων από τους παραπάνω ιούς τότε υποχρεωτικά να ληφθούν αυστηρά προστατευτικά μέτρα.
3) εάν ο ασθενής πρόκειται να υποβληθεί σε επέμβαση που χαρακτηρίζεται εξαιρετικά δύσκολη (ορθοπεδική, καρδιοχειρουργική, εγκαύματα ή γναθοχειρουργική, στην οποία θα απαιτηθεί οστεορραφή των γναθών με ατσαλένιο σύρμα) τότε θα πρέπει να ληφθούν απαραιτήτως πλήρη προστατευτικά μέτρα ανεξάρτητα τοπικού επιπολασμού ή προσωπικών παραγόντων υψηλού κινδύνου του ασθενούς.


ABSTRACT:

The purpose of this study was to determine a) the frequency of positive carriers of HBV, HCV, and HIV, and of the patients who are at high risk for blood-borne infections, b) the frequency of accidental contact with biological fluids from patients and the possible risk of infection for the Medical and Nursing staff and c) the forming of a protocol for the protection of hospital staff (Doctors and Nurses) to prevent accidental infection after contact with biological material of unknown carriers of these viruses. For this purpose we tested 270 patients, admitted to KAT Hospital for various reasons. All patients at admission were given a questionnaire focused on demographic details and information about possible contact with hepatitis B and C, and HIV1 and 2 viruses.
A coded sample was then send to Blood Bank for serological testing for the serological markets Anti-HCV, HBsAg, Anti-HBc, Anti-HIV1 and 2. Following this we checked for possible accidental contact of biological material from these patients with the Hospital staff. In conclusion the results were as follows:
a) No patient was found to be positive for antibodies against the HIV viruses (0.00%),
b) 13 patients were positive for HBsAg (4.82%),
c) 18 patients were found to be positive for antibodies against the HCV virus (6.67%) and finallly
d) 124 patients were found to be positive for Anti-HBc (45.93%). Accidental contact for the staff with biological material for the patients (mainly blood) without puncture of the skin in 15.19%. We conclude that no universal serological screening of patients undergoing operation is necessary as a measure to enhance awareness of the Hospital staff in order to prevent accidental infections from undercognised carriers of the viruses mentioned above. Emphasis should be placed on non-serological screening methods to identify patients who have an increased risk of transmitting bloodborne infections by taking a careful history to elucidate potential risk factors.

ΑΡΧΗ ΣΕΛΙΔΑΣ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
H σελίδα κατασκευάσθηκε από τον Νικο Βαχαβιόλο E-mail: niva@scorpion.diavlos.forthnet. gr και είναι ενημερωμένη την 9 - 5 -1996