Μνημειακά και με αρμονικές αναλογίες τα Σαμιακά Μοναστήρια χτισμένα σε ωραίες και υποβλητικές τοποθεσίες μαρτυρούν το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα των Σαμίωνν αλλά και την ακμαία άλλοτε κοινοβιακή μοναστική παράδοση της Σάμου, της Νήσου των Πατριιαρχών, των Επισκόπων και των Πρωτοψαλτών.
Το μοναστήρι της Αγίας Ζώνης βρίσκεται στο ανατολικομεσημβρινό άκρο του οροπεδίου της
Βλαμαρής.Ιδρύθηκε το έτος 1965 από τον Ιερομόναχο Μελέτιο και από τον Οικουμενικό Πατριάρχη
Καλλίνικο Β' η μονή αναγνωρίστηκε Σταυροπηγιακή.Το Μοναστηριακό συγκρότημα, ως προς την
γενική οργάνωση των κτισμάτων ακολουθεί τον παραδοσιακό τύπο της περιμετρικής κλειστής
εσψστρεφούς διάταξης γύρω από μια εσωτερική αυλή, στο μέσον της οποίας βρίσκεται το Καθολικό,
όπως παρατηρεί ο καθηγητής Κων/νος Παπαϊωάννου.
Το Καθολικό έχει σχήμα μονόκλιτης Βασιλικής με τρούλο
Ο μοναχός Νείλος, ένας από τους δυο κτήτορες της μονής της Μεγάλης Παναγίας, ίδρυσε το 1592 το
Μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού, το οποίο αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα και απέκτησε μεγάλη φήμη
προσελκύοντας μεγάλα πλήθη προσκυνητών, όχι μόνο από την Σάμο αλλά και από τις προ του 1922
ανθούσες Ελληνικές Κοινότητες των έναντι της Σάμου μικρασιατικών παραλίων.Αδελφοί της Μονής
ήτν οι μετέπειτα επιφανείς Πατριάρχες Ιεροσολύμων Κύρριλοσ ο Β' (1845 - 1872) και Ιερόθεος
(1875 - 1882)οι οποίοι την ενίσχυσαν οικονομικά και την εμπλούτισαν με ιερά σκεύη και αξιόλογα
αφιερώματα.
Ο επιβλητικός και μεγαλοπρεπής ναός ανοικοδομήθηκε από τον Ηγούμενο Γρηγόριο.Έχει σχήμα τρίκλιτης
τρουλαίας βασιλικής με διώροφο νάρθηκα.
Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού είναι πράγματι εντυπωσιακό, βαρύτιμο και περίτεχνο, με πλουσιότατο
και ανθηρό φυτικό διάκοσμο και παραστάσιες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.Όσα
προεικονίζονται στην Παλαιά Διαθήκη, πραγματώνονται από τη θεανδρική υπόσταση του Χριστού και
επαληθεύονται στην καθημερινή λειτουργική ζωή της Εκκλησίας που είναι κοινωνία Πιστεως, Αγάπης
και Ελπίδος.
Το μοναχικό κοινοβιακό ήθος μαρτυρεί το εσώτατο εκκλησιαστικό ήθος, που πηγάζει από το μυστήριο
της Θείας Ευχαριστίας.Οσάκις τελείται η Θεία Λειτουργία, η στρατευομένη και θριαμβεύουσα
Εκκλησία είναι παρούσες σε μια ξεχωριστή ενότητα που δεν εκτείνεται μόνο σε έναν άπειρο χώρο,
αλλά επίσης και σε ένα άπειρο χρόνο, περιλμβλανει δηλαδή όλες τισ γενεές και όλες τις εποχές.Ο
εκ των νεκρών αναστάς Ιησούς γίνεται σύγχρονος με τον "εν ετέρα μορφή" Θεάνθρωπο, με τους
Αποστόλους και όλους τους Αγίους της Εκκλησίας,η οποία ως ουρανός πολύφωτος καταυγάζεται από την
έλλαμψη του ακτίστου φωτός της θείας και ενδόξου του Χριστού Μεταμορφώσεως.
Το ιστορικό Μοναστήρι της Μεγάλης Παναγίας ή των πέντε οσπιτίων, αφιερωμένο στην κοίμηση της
Θεοτόκου αποτελεί το σέμνωμα και το καύχημα της Σαμιακής Εκκλησίας.Ιδρύθηκε το έτος 1586 από
τους μοναχούς Νείλο και Διονύσιο, οι οπολιοι πριν είχαν μονάσει στο μικρασιατικό όρος "Λάτρος"
κοντά στην αρχαία Μίλητο.
Το κτιριακό συγκρότημα της Μοονής ως προς την διάρθρωσή του ακολουθεί πιστά τον τύπο του
παραδοσιακού τετράπλευρου Ορθόδοξου Μοναστηρίου.
Στο κέντρο της αυλής υψώνεται ο Ναός της Μονής, ο σπουδαιότερος και ο κατανυκτικότερος όλων των
ναών της Σάμου.Είναι βυζαντινού ρυθμού με τρούλο και αποτελεί ακριβή αποτίμηση του σταυροειδούς
εγγεγραμμένου σύνθετου τετρακιόνιου αθωνίτικου ναού με νάρθηκα, εξωνάρθηκα και παρεκκλήσιο.
Ολόκληρος ο ναός, ονάρθηκας και το ενσωματομένο κτητορικό παρεκκλήσιο των Αγίων Αποστόλων έχουν
τοιχογραφηθεί το έτος 1596, όπως μαρτυρεί η σχετική επιγραφή, από άγνωστο αγιογράφο, ο οποίος θα
πρέπει να είχε γνωρίσει την μεταβυζαντινή αγιογραφική παράδοση του Αγίου Όρους.
Οι μορφές των μεγάλων Διδασκάλων του μοναχισμού παριστάνονται ασκητικές, ιερατικές και προπαντός
στοχαστικές.Οι Άγιοι αυτοί εβίωσαν μέσα στην έρημο την ευαγγελική απλότητα και μελέτησαν σε
βάθος την ανθρώπινη συμπεριφορά.Τα συμπεράσματά τους αποκρυσταλλώθηκαν στις θαυμαστές ιστορίες
των Γερόντων, για τις οποίες η σύγχρονη ψυχολογία και ψυχιατρική δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η βυζαντινή εικονογραφία αποτελεί μάθημα υψηλής θεολογίας και σάρκωση του εκκλησιαστικού
φρονήματος της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης.
Το ξυλόγλυπτο και επιχρυσωμένο τέμπλο, ο δεσποτικός θρόνος, ο άμβωνας και τα αναλόγια των Ψαλτών
αποτελούν έξοχα δείγματα της διακοσμητικής ξυλογλυπτικής του ΙΗ' αιώνα.
Η φιλοξενία και η γεναιοδωρία των Μοναχών της Μεγάλης Παναγίας υπήρξε παροιμιώδης.Τον απόηχο
των κατανυκτικών Ακολουθιών της Μονής διέσωσε ο ιστοριοδίφης Εμμανουήλ Κρητικίδης,επισημαίνοντας
την επικρατούσα εκκλησιαστική τάξη, την ιεροπρέπεια και την άρτια μουσική κατάρτιση των Μοναχών.
"Η λειτουργία τελουμένη εν ησυχία μετά ψαλμωδίας ηδυφώνων και ειδημόνων της εκκλησιαστικής
μουσικής Καλογήρων αποσπά τον νουν από των επιγείων και μετάρσιον αυτον φέρει εις κόσμον ελπίδος,
πίστεως και ζωής".
Το μοναστήρι της Μεγάλης Παναγίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία, την παράδοσ και τους
μακροχρόνιους απελευθερωτικούς αγώνες του Σαμιακού λαού.
Όλα ανεξαρτήτος τα Μοναστήρια της Σάμου υπήρξαν τα κρυσφήγετα των καταδιοκωμένων Ελλήνων κατά
τις περιόδους της δουλείας και της ξενικής κατοχής, αλλά και τα ορμητήρια των γενναίων αγωνιστών
της Επαναστάσεως του 1821 και των μετέπειτα απελευθρωτικών κινημάτων.
Κατά τους ζοφερούς αγώνεσ του τρόμου και της απελπισίας στα Μοναστήρια κυρίως διατηρήθηκε
αλώβητη η Χριστιανική Πίστη και διαφυλάχτηκε η καθαρότητα της Ελληνικής γλώσσας. Οι μοναχοί
κράτησαν ζωντανή την ελπίδα της Εθνικής αποκαταστάσεως,καλλιέργησαν τα Γράμματα και τις Τέχνες
και συντήρησαν αναλλοίωτες τις αρχαίες συνήθειες και τις ευγενικές αρετές του Γένους μας, αυτές
που διέσωσαν τον Ελληνισμό από την έκπτωση και την εκβαρβάρωση.
Ο Μοναχισμός αποτελεί την σύνοψη του Ευαγγελίου. Εκφράζει με πληρότητα την Χριστιανική Πίστη και
και ακτινοβολεί τον πλούτο, την ευγένεια, το κάλλος και την αλήθεια των βιωμάτων της
λειτουργικής ζωής της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Στα ερείπια αρχαίας Μονής, προς τιμήν του Γεννέσιου της Θεοτόκου, το έτος 1566, οι κατά σαρκα
αδερφοί - μοναχοί Ιάκωβος και Μακάριος άρχισαν την ανέγερση νέασ Μονής, στην όμορφη τοποθεσία σε
ύψος 458μ. από τη θάλασσα.Η Μονή που ειναι γνψστή με τις προσονυμίες "Κοκκαριανή" (από το χωριό
Κοκκάρι), ή του "Βροντά" (παραφθορά του Γροντά - πλούσιας ιοκογένειας που έδωσε το όνομά της σε
περιοχή μεταξύ Κοκκαρίου και Βαθέως), ή "Βροντιανή", επειδή "κατά τα πρωτοβρόχια, την εποχή που
γιορτάζει ο ναός της Μονής, οι βροντές αντηχούν πολύ δυνατά στις κορυφές" της Λουλούδας και του
Λαζάρου, νότια του Μοναστηρίου.
Το κτιριακό συγκρότημα είναι τετράγωνο, τα κελιά χτισμένα με θολωτές αψίδες και πάνω από την
βορεινή πλευρά βρίσκεται το κωδονοστάσι.Μαρμάρινη πλάκα με δικέφαλο αετό και δικέφαλα φίδια μας
πληροφορεί οτί οικοδμήθηκε "δια συνδρομής του πανοσιώτατουαγίου καθηγούμενου εκ αυτής της Μονής
του κυρίου Γαβριήλ προσκυνητού 20 Ιουλίου 1812". Ως προς το καθολικό, ρυθμού βασιλικής με
τρούλλο, σημειώνεται ότι παρουσιάζει την ιδιοτυπία ο τοίχος του Ιερού Βήματος του "να εισχωρεί
εβδομήντα εκατοστά στην ανατολική πτέρυγα της Μονής".
Από την εικονογράφηση του Καθολικού σώζονται μικράτμήματα στο ιερό Βήμα και σε δύο από τα τόξα
του τρούλλου.Ωραιότατο είναι το ξυλόγλυπτο εικονοστάσιο, επιχρυσωμένο, ,ε διακοσμήσεις
παραστάσεων από την Αγία Γραφή. Στη Στεφάνη της Ωραίας Πύληςοι τέσσερις ευαγγελιστές και στο
μέσον η Αγία Τριάς.Έργα του 18ου και 19ου αιώνος είναι οι φορητές εικόνες του, των Ζωγράφων
Πολύδωρου Σμυρναίου (1883), Ιάκωβου καθηγουμένου (1777) κ.λ.π. Ξυλόγλυπτος και επιχρυσωμένος
είναι και ο Δεσποτικός θρόνος (του 1703).
Στην νοτιοανατολική πτέρυγα του πρώτου ορόφου βρίσκεται το παρεκκλήσιο της μεταμορφώσεως του
Σωτήρος, βυζαντινού ρυθμού, με τέμπλο ξυλόγλυπτο "μεγάλης αρχαιολογικής αξίας και άκρως
λεπτότατης και απαράμιλλου τέχνης". Στον αύλιο χώρο της Μονής υπάρχουν κρήνες, συντριβάνι,
ναϊσκος και γύρω (στο ισόγειο) αποθήκες , εργαστήρια, βοηθητικοί χώροι.Στη βορειοδυτική γωνία
δωμέτιο με τζάκι, είδος "φωτανάματος".Στον πρώτο όροφο είναι το ηγοθμενείο, το αρχονταρίκι,
ξενώνες, το πελαιό μαγειρίο με τους φούρνους, η τράπεζα των μοναχών, τον υπόλοιπο χώρο των
κτισμάτων καταλαμβάνουν τα κελλιά, όπου παλαιότερα διέμειναν πολυάριθμοι μοναχοί.
Σημαντικές προσωπικότητες στη διαδρομή της μακρόχρονης ιστορία της αναφέρονται οι ηγούμενοι
Σεραφείμ και Ιάκωβος Κατερίνης (18ος αιώνας). Το 1829 και η Μονή Βροντιανήςσυμμετείχε στη κάλυψη
δαπάνης για τη συντήρηση και την λειτουργια των σχολείων του νησιού, ενώ αργότερα πρωτοστάτησε
στην ίδρυσή της ιερατικής σχολής Μαλαγαρίου, του νοσοκομείου στο βαθύ, του λεπροκομείου στο
Καπλόβασι και των μοθσικών σχολών στο Βαθύ, το Καρλόβασι, το Μαραθόκαμπο και τους Μυτιληνιούς,
παρά το ότι απο το 1832 και ιδιαίτερα μετά το 1850 η ηγεμονική διοίκηση της Σάμου ασκούσε
ασφυκτικό έλεγχο στα Μοναστήρια του νησιού.Περί το τέλος του 19ου αιώνος εισήλθε σε περίοδο
κρίσεως και παρακμής.
Η από του ύωους θέα της θαλλάσης, το ερημικό τοπίο, η ζεστή φιλοξενία της Μονής σε προσκλεί σε
περισυλλογή και ανάπαυση.
Σε ωραιότατη τοποθεσία, νοτίως του Καρλοβασίου, πριν το έτος 1625 ο Νικόλαος Ιακώβου ήταν κύριος
του ναούπρος τιμήν του προφήτου Ηλία, τον οποίο, όταν μετανάστευσε στη Χίο, δώρισε στη Νέα Μονή.
Γύρω από το ναό αυτό , οι αδελφοί της Νέας Μονής Χίου,ιερομόναχοι νεόφιλος και Γρηγόριος έχτισαν
κελλιά, προσείλκυσαν και άλλους μοναχούς και, αφού κατεδάδισαν τον παλαιό, ανήγειραν νέο,
ευρύχωρο και στερεότερο, με διαθήκη τους δε άφησαν το μετόχιο αυτό στην Νέα Μονή της Χίου.
Επιγραφή ανώθεν της πύλης του ναού, ποθ είναι θολωτή βασιλική με τρούλλο, μαρτυρεί: "1739
ηγουμενεύοντος Γρηγορίου Ιερομονάχου".
Στον 18ο αιώνα ανήκει το πολύ ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο, "δια χειρός Ιακουμή προσκυνητού Χίου και
της συνοδείας αυτού . . .",με αξιόλογες φορητές εικόνες, επάργυρη αυτή του Προφήτη Ηλία (1804).
Από τον πλούσιο τοιχογραφικό εικονογραφικό διάκοσμο, ελάχιστες παραστάσεις διέφυγαν την
καταστροφή, που μαρτυρούν ημέρες ακμής της Μονής. Ο ναός είχε ιστορηθεί το 1787 "δια χειρός
Ιωάννου Σαμίου του ζωγράφου και ελαχίστου".
Στην ανατολική πλευρά και πάνω από την εξωτερική πύλη του ορθογωνίου τετραγώνου του κτιριακού
συγκροτη΄ματος της Μονής βρίσκεται το παρεκκλήσιο της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, ενώ στην αυλή
της νότιας πλευράς υπάρχει κρήνη και πλήσιο φρέαρ.
Ιδρυτής και κτήτορας τη Μονής αυτής υπήρξε ο μοναχός Νεόφυτος, αδλφός της Ζωοδόχου Πηγής.
Επιθυμώντας αυστηρότερη ασκητική ζωή έφυγε από το Μοναστήρι του, έκτισε αρχικά ναό προς τιμήν
του Γενέθλιου Προδρόμου και λίγα κελλιά στο κτήμα "Μεγάλο Χωράφι", όπου τονακολούθησαν και
μερικοί άλοι αδλφοί, αλλά πολύ σύντομα πήγε στο σημείο, πλησίον της κοινότητας Μυιληνιών, όπου
ανήγειρε την Μονή της Αγία Τριάδος. Το 1824 αγόρασε το ναο με την ευλογία του Αρχιεπισκόπου του
νησιού, έκτισε κελλιά, με την συμπαράσταση των κατοίκων των Μυτιληνιών.
Το καθολικό είναι ναός βυζαντινού ρυθμού και κατά την επιγραφή " . . . ωκοδομήθη ηγοθμενεύοντος
Κυρίλλου Ιερομονάχου εν έτει 1905".Ο τρούλλος είναι στηριγένος σε τέσσερις μαρμάρινους κίονες,
από αρχαίο κτίσμα στη Γλφάδα Πυθαγορείου. Μαρμάρινο είναι και το τέμπλο, έτους 1920.